Γιώργος Καρδάμης

ΝΕΑ

Γιώργος Καρδάμης

Γιώργος ΚαρδάμηςΟφείλουμε ένα μικρό αφιέρωμα στη μνήμη του Γιώργου Καρδάμη, που ξεκίνησε τα μουσικά του βήματα στη Φ.Ε. “ΜΑΝΤΖΑΡΟΣ”.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι του αγαπημένου φίλου και συνεργάτη κ. Κώστα Καρδάμη, Λέκτορα του Ι. Π.

Ο Γιώργος Καρδάμης τελικά δεν γύρισε στην «Πλανεύτρα Κέρκυρά» του.

Στις 21 Φεβρουαρίου 2014 έφυγε πλήρης ημερών μια σημαντική, αλλά συνάμα ξεχασμένη, μορφή της ελληνικής μεταπολεμικής μουσικής σκηνής. Πρόκειται για τον κλαρινετίστα, σαξοφωνίστα, τραγουδοποιό και από τους πρώτους Έλληνες «τζαζίστες» Γιώργο Καρδάμη. Στους παλαιότερους υπήρξε δημοφιλής και πέρασε στο κοινό υποσυνείδητο της Κέρκυρας ως ο συνθέτης του «Νοσταλγία: Πώς να γυρίσω μες στην πλανεύτρα Κερκυρά μου». Από αυτό το σύντομο, αλλά χαρακτηριστικό, έργο του, το οποίο τόσο γλαφυρά έφερνε μνήμες της «άλλης Κέρκυρας» και της καταστροφής της τον Σεπτέμβριο του 1943, γνωρίσαμε τον Γιώργο Καρδάμη οι νεώτεροι κατά τη διάρκεια της θητείας μας στις μπάντες των δύο πρεσβύτερων κερκυραϊκών φιλαρμονικών.
Άλλωστε και ο ίδιος ο Γιώργος Καρδάμης ήταν ένας από εμάς: Γεννημένος το 1919, γιος του γνωστού στους παλαιότερους «παλιατζή» της Εβραϊκής Σπύρου Καρδάμη (του επονομαζόμενου και Λουρα), γαλουχήθηκε μέσα στην τελευταία μεγάλη πολιτισμική ακμή της πόλης της Κέρκυρας πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το βιολί ήταν το πρώτο του όργανο, στο οποίο υπήρξε αυτοδίδακτος. Στη συνέχεια γράφτηκε στη Φιλαρμονική Εταιρεία «Μάντζαρος», όπου διδάχτηκε κλαρινέτο, ενώ λέγεται ότι έπαιζε και φλάουτο. Παράλληλα εξακολούθησε τη γενική του παιδεία στην περίφημη Εμπορική Σχολή της Κέρκυρας. Από εκείνη την πρώιμη περίοδο ο Γιώργος Καρδάμης συμμετείχε σε συγκροτήματα μαζί με άλλους Κερκυραίους μουσικούς. Μάλιστα, αυτός μαζί με άλλους συναδέλφους του συγκέντρωσαν χρήματα για να αγοραστεί τον φόρεμα, με το οποίο εμφανίστηκε για πρώτη φορά δημόσια η Ρένα Βλαχοπούλου.
Το 1938 ο Γιώργος Καρδάμης πήγε στην Αθήνα για να υπηρετήσει την στρατιωτική θητεία του και, όπως πολλοί Κερκυραίοι την εποχή εκείνη, άδραξε την ευκαιρία για να συνεχίσει τις μουσικές σπουδές του στο Ωδείο Αθηνών. Οι δάσκαλοί του εκεί ήταν σημαντικές μορφές της ελληνικής μουσικής ιστορίας: Θεωρητικά διδάχθηκε από τον εξαιρετικό Κωνσταντίνο Κυδωνιάτη (1908-1996), βιολί (μέχρι την τάξη της Ανωτέρας) από τον θρυλικό Ισπανό καθηγητή Χοσέ Μπουστίντουι (1882-1964) και κλαρινέτο από έναν ακόμη ξεχασμένο Κερκυραίο μουσικό, τον Σπυρίδωνα Λάζαρο (1893-1963, μαθητή της «Παλιάς Φιλαρμονικής» και πρώτο κλαρινετίστα της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών από την ίδρυσή της).
Ο Γιώργος Καρδάμης αρχικά συνεργάστηκε με τις ορχήστρες Λεβ-Κανακάκη και Βαγγέλη Κανελλίδη. Στα 1950, όμως, είχε πλέον ακολουθήσει για τα καλά ανεξάρτητο δρόμο και είχε δημιουργήσει το δικό του συγκρότημα, το «George Cardamis Sextet», με το οποίο έγινε εξαιρετικά δημοφιλής στους αθηναϊκούς κύκλους εμφανιζόμενος σε σημαίνοντες χώρους διασκέδασης των Αθηνών. Τέτοια μουσικά σχήματα ήταν, άλλωστε, πολύ συνηθισμένα τότε και χαρακτήριζαν παγκοσμίως μια περίοδο, κατά την οποία η δημοφιλής μουσική έβγαινε από την «εποχή του σουίνγκ» και τις πολεμικές περιπέτειες, χωρίς να ξεχνά καθόλου τις οφειλές της στη λεγόμενη «λόγια παράδοση». Αμφότερα είναι εύκολα ανιχνεύσιμα τόσο στη μουσική όσο και στο παίξιμο του Γιώργου Καρδάμη, ο οποίος με μόνο εφόδιο το ταλέντο του και τις ραδιοφωνικές και δισκογραφικές παραγωγές της περιόδου διαμόρφωσε το ιδιαίτερο ύφος του και είχε την δική του τεράστια συμβολή στην προβολή της μουσικής τζαζ στη μεταπολεμική Ελλάδα. Για τον λόγο αυτό δεν είναι τυχαίος ο χαρακτηρισμός του ως του «Μπένυ Γκούντμαν της Ελλάδος», η εκτίμηση που έτρεφε σε αυτόν ο Γιώργος Χατζηνάσιος, αλλά και η αναφορά του Μίμη Πλέσα πριν από λίγες ημέρες στον «διεθνή ήχο του Γιώργου Καρδάμη».
Με το σεξτέτο του Γιώργου Καρδάμη εμφανίστηκαν μερικά από τα σημαντικότερα (και εκκολαπτόμενα τότε) ονόματα του ελληνικού τραγουδιού: Γιάννης Βογιατζής, Τζίμης Μακούλης, Νανά Μούσχουρη, Εύη Μυλοπούλου, Σώτος Παναγόπουλος, Μαίρη Λω, Ζωΐτσα Κουρούκλη, Τζένη Βάνου και πολλοι αλλοι. Επίσης, μπασίστας του υπήρξε ο μουσικοσυνθέτης Νάκης Πετρίδης, ενώ από αυτό πέρασαν σημαντικοί νεαροι τότε μουσικοί, όπως ο μουσικοσυνθέτης Γεράσιμος Λαβράνος, ο Τάκης Χαρίτος, ο Γιάννης Σακελαρίδης και άλλοι. Το σεξτέτο του Γιώργου Καρδάμη επίσης είχε κατά τη δεκαετία του 1950 εβδομαδιαία εκπομπή στο ραδιοπρόγραμμα του τότε Ε.Ι.Ρ., διαμορφώνοντας και από τα ερτζιανά τα ακούσματα μιας Ελλάδας που ακόμη μετρούσε τις πληγές της και επιχειρούσε να ανορθωθεί.
Γιώργος Καρδάμης smallΜεγάλες επιτυχίες του Γιώργου Καρδάμη υπήρξαν το «Σ’έχασα, μα εγώ δεν σε ξέχασα» (1948, Μαίρη Λω), «Γιατί να σε λατρεύω τόσο» (1950), «Αγάπες χαμένες», «Ας μείνει ένα όνειρο» (Γιάννης Βογιατζής), «Όλοι μας ζηλεύουν» (1945, Ρένα Βλαχοπούλου), «Μόνο εγώ σ’αγαπώ» (Ζωΐτσα Κουρούκλη), «Πώς θέλω να σε κάνω δική μου» (1951).
Ο Γιώργος Καρδάμης συνέχισε την τόσο ενδιαφέρουσα, μα άγνωστη σήμερα, πορεία του ως τραγουδοποιού και επικεφαλής μουσικών σχημάτων μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960, οπότε η καταλυτική «μόδα του μπουζουκιού» και η άκριτη υιοθέτησή της από την λεγόμενη «ελίτ» της εποχής, έθεσε προοδευτικά στο περιθώριο τη μουσική προσέγγιση του Γιώργου Καρδάμη και πολλών άλλων συνοδοιπόρων του. Οι συνθήκες που διαμορφώθηκαν από την εύκολη και λαϊκίστικη αυτή στροφή στο όνομα του «τουριστικού προϊόντος» (και όχι μόνο) οδήγησαν πολλούς συναδέλφους του Γιώργου Καρδάμη στην ευκολία του νέου συρμού. Οι καταστροφικές επιπτώσεις των παραπάνω είναι πλέον σήμερα φανερές, μετά από τέσσερις δεκαετίες καθημερινού λαϊκισμού και μεταπολιτευτικού πολιτισμικού αυτοτραυματισμού μας.
Ο Γιώργος Καρδάμης, ωστόσο, υπήρξε ένας από τους λίγους μουσικούς που απείχαν από την επικίνδυνη γοητεία της ευκολίας και έμεινε συνεπής στις θέσεις του, υπερασπίζοντας την αξία του καλοδουλεμένου, μελωδικού, με ιδέες και φαντασία ελληνόφωνου τραγουδιού. Παράλληλα θεωρούσε τα τότε πρωτοεμφανιζόμενα «λαϊκά» τραγούδια εξαιρετικά απλοϊκά, άστοχα, ρηχά και άσχετα με την «δια του κάλλους διαμόρφωση» των ακροατών. Δεν είναι τυχαίο ότι τις ίδιες ακριβώς επιφυλάξεις και σκέψεις για το λεγόμενο «λαϊκό τραγούδι» της μεταπολεμικής Ελλάδας είχε διατυπώσει και ο Ζακύνθιος συνθέτης Αλέκος Ξένος (1912-1995), ο οποίος έχοντας παράλληλη πορεία με εκείνη του Καρδάμη υπηρέτησε τη μουσική από άλλες επάλξεις. Η σχέση του Γιώργου Καρδάμη με τη μουσική τζαζ και τη δημιουργική ελευθερία της φαίνεται ότι έπαιξε ρόλο σε αυτή του την απόφαση, η οποία όμως οδήγησε στο να περάσει σταδιακά η προσφορά του και το πρόσωπό του στην αφάνεια. Πράγματι, κατά τη δεκαετία του 1970 ο Γιώργος Καρδάμης είχε αφήσει πλέον τα «παλαιομοδίτικα» μουσικά σχήματα της προηγούμενης περιόδου και σταδιοδρόμησε ως σολίστας πιάνου σε αντίστοιχους αθηναϊκούς χώρους διασκέδασης.
Παρότι ο Γιώργος Καρδάμης δεν είχε ποτέ κόψει τους δεσμούς του με την ιδιαίτερη πατρίδα του, έζησε και δημιούργησε στην Αθήνα. Εκεί γνώρισε μέσα στη Κατοχή τη σύντροφο της ζωής του, την Ολυμπία, εκεί γεννήθηκαν και μεγάλωσαν οι δύο γιοί του, ο Σπύρος (απόφοιτος νομικής, τον οποίο όμως κέρδισε η τέχνη του πατέρα του και μετά από τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο Eastman School of Music ζει και σταδιοδρομεί πλέον στις Η.Π.Α.) και ο Αναστάσιος (οικονομολόγος και ερασιτέχνης πιανίστας). Στους Άγ. Ανάργυρους αναπαύεται πλέον ο Γιώργος Καρδάμης, πλήρης ημερών, έχοντας αφήσει πίσω μια μουσική Ελλάδα που πρέπει να ξαναχτίσουμε και την «Πλανεύτρα Κέρκυρά» του να τον θυμάται πάντα με «Νοσταλγία».
Γιώργος Καρδάμης 2Όσοι θέλουν να ακούσουν το ήχο και τη μουσική του Γιώργου Καρδάμη, μια αναζήτηση στον ιστότοπο www.youtube.com θα τους ανταμείψει, ενώ στο άμεσο μέλλον πρόκειται να κυκλοφορήσει σχετικός δίσκος βασιζόμενος στο οικογενειακό αρχείο του Γιώργου Καρδάμη υπό την επιμέλεια του γιου του, Σπύρου.

Κώστας Καρδάμης
(ο οποίος, πλην του κοινού επωνύμου, καμία άλλη σχέση δεν έχει με τον εκλιπόντα)

Λεζάντες Φωτογραφιών:
01) Ο Γιώργος Καρδάμης στις αρχές της δεκαετίας του 1950.
02) Ο Γιώργος Καρδάμης (βιολί) με τα μέλη του George Cardamis Sextet
03) Στο θρυλικό κλαμπ Green Park με τον νεαρό Γιάννη Βογιατζή (δεύτερος από αριστερά)